Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Η μάχη του Φρέντρικσμπεργκ (1862)


Η μάχη του Φρέντρικσμπεργκ (Battle of Fredericksburg), στη Βιρτζίνια, χρωστάει το όνομά της στην τοποθεσία που βρίκεται στη νότια όχθη του ποταμού Ποτόμακ, όπου οι δυνάμεις της Ένωσης των Βορείων (Στρατιά του Ποτόμακ), υπό την ηγεσία του υποστράτηγου Έιμπροουζ Ε. Μπέρνσαϊντ /Ambrose E. Burnside (100.007 στρατιώτες), και οι δυνάμεις των νότιων Συνομοσπονδιακών Πολιτειών (Στρατός της Βόρειας Βιρτζίνια), υπό την ηγεσία του στρατηγού Ρόμπερτ Ε. Λι (72.497 στρατιώτες), ενισχυμένες και οι δύο από όρχο πυροβολικού με περισσότερα από 400 κανόνια, διεξήγαγαν μεταξύ 11ης και 15ης Δεκεμβρίου 1862 την πρώτη μάχη χαρακωμάτων στην ιστορία.



Η μάχη έγινε λόγω της επιθυμίας των Βορείων να ξαναπάρουν την πρωτοβουλία από τις πολύ μικρότερες αριθμητικά αλλά πολύ πιο επιθετικές δυνάμεις του Λι. Ο Μπέρνσαϊντ (φωτο), είχε αναδειχτεί διοικητής της Στρατιάς του Ποτόμακ τον Οκτώβριο, αντικαθιστώντας τον υποστράτηγο Τζορτζ Μακλέλαν. Αν και είχε σταματήσει τον Λι στη μάχη του Αντίταμ τον Σεπτέμβριο, ο πρόεδρος Αβραάμ Λίνκολν θεωρούσε - και δικαίως - ότι ο Μακλέλαν επέδειξε αναποφασιστικότητα και γι’ αυτό δεν ακολούθησε τον Λι στο Μέριλαντ για να τον συντρίψει, ενώ έχασε υπερβολικά πολύ χρόνο στην αναδιοργάνωση και τον ανεφοδιασμό των δυνάμεών του μετά τις σημαντικές μάχες.


Για να ανταποκριθεί στα αιτήματα του προέδρου και στις προτροπές του γενικού διοικητή, υποστράτηγου Χένρι Γ. Χάλεκ, ο Μπέρνσαϊντ σχεδίασε επίθεση το φθινόπωρο, ελπίζοντας ότι μόλις περνούσε τον ποταμό Ραπαχάνοκ θα καταλάμβανε την πόλη του Φρέντρικσμπεργκ (στη Βιρτζίνια) κι έπειτα θα προχωρούσε νότια, από τους δρόμους που οδηγούσαν στο Ρίτσμοντ (επίσης στη Βιρτζίνια), την πρωτεύουσα της Συνομοσπονδίας των Νοτίων.

Αυτό το σχέδιο ναυάγησε επειδή δεν υπήρχαν αρκετές πλωτές γέφυρες. παρότι είχαν εντοπιστεί διαβάσεις τόσο στο βουνό όσο και στα πεδινά. Επωφελούμενοι από αυτές τις καθυστερήσεις, οι Νότιοι έστειλαν γρήγορα δυνάμεις τους στο Φρέντρικσμπεργκ για να εμποδίσουν τη διάβαση του ποταμού από τους Βορείους.



Το διάστημα κατά το οποίο κατασκευάζονταν οι πλωτές γέφυρες, ο Λι είχε φροντίσει να ανοίξει χαρακώματα στα νότια και δυτικά του Φρέντρισμπεργκ, χρησιμοποιώντας τούς πάνω από 72.000 άνδρες του. Ωστόσο ο Μπέρνσαϊντ συνέχισε την προέλασή του αποφασίζοντας να επιτεθεί στον Λι με κάθε κόστος, παρόλο που τουλάχιστον δύο στρατηγοί του προέβαλλαν αντιρρήσεις υποστηρίζοντας ότι οι θέσεις των δυνάμεων της Συνομοσπονδίας ήταν ιδιαίτερα ενισχυμένες.

Ο Μπέρνσαϊντ υπολόγιζε στην αριθμητική υπεροχή των δυνάμεών του, που έφταναν τους 117.000 άνδρες, για να απομακρύνει τον Λι από τις αμυντικές του θέσεις και να τον αναγκάσει να υποχωρήσει στο Ρίτσμοντ. Επιπλέον, παράλληλα με το αριθμητικό πλεονέκτημά του, ο Μπέρνσαϊντ γνώριζε, επίσης, ότι η στρατιά του ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατον να δεχτεί επίθεση. Στην απέναντι όχθη του Ραπαχάνοκ, 300 κανόνια είχαν τοποθετηθεί πάνω σε ύψωμα γνωστό με το όνομα Στάφορντ Χάιτς, για να εμποδίσουν τον στρατό του Λι να οργανώσει οποιαδήποτε σημαντική αντεπίθεση.

Ο Λι έδειχνε μεγάλη εμπιστοσύνη στους άνδρες του, παρότι είχε αρκετές αμφιβολίες σχετικά με τα σχέδια του αντιπάλου του από τότε που, δύο μέρες νωρίτερα, ο στρατός των Βορείων είχε προσπαθήσει να διαβεί τον ποταμό. Ο ίδιος είχε παρατάξει περίπου 20.000 άνδρες στην αριστερό του πτέρυγα, τοποθετώντας τους στον λόφο τον λεγόμενο Μέρις Χάιτς, στα δυτικά ακριβώς της πόλης, πίσω από πέτρινο τοιχίο στην κορυφή του λόφου. Φοβούμενος ότι οι Βόρειοι θα προσπαθούσαν να διασχίσουν την κοιλάδα στα νότια της πόλης, παρέταξε τους υπόλοιπους άνδρες του στα νότια, διασκορπίζοντάς τους ανάμεσα στους λοφίσκους, κάτι που τους προσέφερε έξοχη αμυντική θέση.

Ο Λι ανέθεσε στον αντιστράτηγο Τζέιμς Λόνγκστριτ /James Longstreet, – τον καλύτερο υφιστάμενό του στη διεξαγωγή αμυντικών επιχειρήσεων- και στο 1ο Σώμα που διοικούσε ο Λόνγκστριτ την αριστερά πτέρυγα. Τη δεξιά πτέρυγα, όπου υπήρχαν πιθανότητες αντεπίθεσης σε περίπτωση που παρουσιαζόταν η κατάλληλη ευκαιρία, ο Λι την ανέθεσε στον ακατάβλητο αντιστράτηγο Τόμας Τζ. «Στόουνγουολ» Τζάκσον και στο μικρό του 2ο Σώμα - που είχε ιδιαίτερη έφεση στη διεξαγωγή επιθετικών επιχειρήσεων—, τμήματα του οποίου είχαν δράσει με περισσό θάρρος στις πρόσφατες επιχειρήσεις της Εκστρατείας του Σεναντόα.

Μόλις στήθηκαν οι πλωτές γέφυρες, οι δυνάμεις των Βορείων πέρασαν τον Ραπαχάνοκ, στις 11 Δεκεμβρίου, πέφτοντας επάνω στους ελεύθερους σκοπευτές της Συνομοσπονδίας που είχαν ακροβολιστεί σε εγκαταλειμμένα κτίρια της πόλης. Έτσι οι Βόρειοι σκαπανείς έχασαν τη ζωή τους μέσα στην πρωινή ομίχλη. Στην προσπάθεια να ξετρυπώσει τους ελεύθερους σκοπευτές, το πυροβολικό των Βορείων κατέστρεψε πολλά κτίρια χωρίς, όμως, σπουδαία αποτελέσματα.
Η πρακτική λύση, στη συνέχεια, ήταν να μεταφέρουν μικρές ομάδες στρατιωτών στην απέναντι όχθη με πλεούμενα.

Μόλις διαπεραιώθηκαν πέντε ταξιαρχίες, οι άνδρες του Μπέρνσαίντ άρχισαν να λεηλατούν την πόλη, προκαλώντας την οργή του Λι που παρομοίασε αυτό το πλιάτσικο με εκείνα των αρχαίων Βανδάλων. Η καταστροφή εξόργισε και τους άνδρες του Λι, πολλοί εκ των οποίων κατάγονταν από τη Βιρτζίνια. Όλη εκείνη την ημέρα και την επομένη οι άνδρες του Μπέρνσαιντ παρατάσσονταν έξω από την πόλη και προετοιμάζονταν για την επίθεση εναντίον του στρατού του Λι.

Η μάχη ξεκίνησε το πρωινό της 13ης Δεκεμβρίου, όταν ο διοικητής της αριστερής πτέρυγας των Βορείων, υποστράτηγος Ουίλιαμ Μπ. Φράνκλιν, έστειλε δύο μεραρχίες σε ένα ρήγμα που είχε περάσει απαρατήρητο στα δεξιά των αμυντικών θέσεων του Τζάκσον. Ο Τζάκσον απάντησε με αστραπιαία αντεπίθεση που προκάλεσε βαριές απώλειες στους επιτιθέμενους και ανάγκασε τον Μπέρνσαϊντ να μην επιχειρήσει άλλες επιθέσεις κατά της δεξιάς πτέρυγας των Νοτίων. Έτσι ο τελευταίος αποφάσισε να επιτεθεί κατά της αριστερής πλευράς των δυνάμεων της Συνομοσπονδίας.


Για πολλές ώρες ο Μπέρνσαϊντ έστελνε τη μία μεραρχία του μετά την άλλη εξαπολύοντας επιθέσεις στο Μέρις Χάιτς. Οι αμυνόμενοι του Λόνγκστριτ θέριζαν μία μία τις μεραρχίες αμέσως μόλις εκείνες προσπαθούσαν να διασχίσουν τον ανοιχτό χώρο μπροστά στο Μέρις Χάιτς. Στάλθηκαν επτά μεραρχίες των Βορείων, συνήθως μία ταξιαρχία τη φορά, και έγιναν συνολικά δεκατέσσερις επιθέσεις. Απέτυχαν όλες, με τις απώλειες να ανέρχονται στους 9.000 νεκρούς και τραυματίες. Οι απώλειες των Νοτίων στο Μέρις Χάιτς άγγιξαν συνολικά τους 1.500 άνδρες περίπου.

Έπεσε το σκοτάδι και οι ικεσίες των κατωτέρων του Μπέρνσαιντ ήταν τόσο πολλές και επίμονες, ώστε οι επιθέσεις σταμάτησαν. Χιλιάδες στρατιώτες των Βορείων πέρασαν τη νύκτα στο ύπαιθρο, μέσα στο κρύο του Δεκέμβρη, μπροστά στο Μέρις Χάιτς, ανίκανοι να κινηθούν για να βοηθήσουν τους τραυματίες τους.

Οι στρατοί παρέμεναν στις θέσεις τους την 14η Δεκεμβρίου, όσο ο Μπέρνσαιντ σχεδίαζε βεβιασμένα να οδηγήσει το έμπειρο 9ο Σώμα του στην τελική επίθεση εναντίον του Μέρις Χάιτς, πριν παραιτηθεί, τελικά, από αυτό το σχέδιο. Το ίδιο απόγευμα ο Μπέρνσαϊντ ζήτησε εκεχειρία από τον Λι προκειμένου να φροντίσει τους τραυματίες του, πράγμα που ο τελευταίος δέχτηκε καλόβολα.

Ο Λι δεν μπόρεσε να αντεπιτεθεί λόγω της εξάντλησης των στρατιωτών του, αλλά και επειδή το πυροβολικό των Βορείων αποτελούσε πάντα σοβαρότατο κίνδυνο. Την επομένη, οι δυνάμεις της Ένωσης υποχώρησαν πέρα από τον ποταμό και η εκστρατεία έλαβε τέλος.



Οι απώλειες και των δύο στρατών έδειξαν με σαφήνεια πόσο καταστροφική υπήρξε η τακτική των Βορείων και έναν μήνα αργότερα ο Μπέρνσαϊντ απομακρύνθηκε από τη διοίκηση, μετά τον εξευτελισμό της «πορείας μέσα στη λάσπη». Ο στρατός των Βορείων μέτρησε πάνω από 12.600 απώλειες, 10.000 εκ των οποίων οφείλονταν στις επαναλαμβανόμενες επιθέσεις κατά του Μέρις Χάπς. Συγκεκριμένα, υπήρξαν 1.284 νεκροί, 9.600 τραυματίες και 1.769 αιχμάλωτοι ή αγνοούμενοι. Ο στρατός της Συνομοσπονδίας στερήθηκε περίπου 5.400 άνδρες, πολλοί εκ των οποίων σκοτώθηκαν στη διάρκεια των πρώτων εχθροπραξιών στο μέτωπο που είχε αναλάβει ο Τζάκσον. Τα σώματα του Λόνγκστριτ απώλεσαν μόνο γύρω στους 500 άνδρες (αναλυτικότερα, οι απώλειες της Συνομοσπονδίας ήταν 608 νεκροί, 4.116 τραυματίες και 653 αιχμάλωτοι ή αγνοούμενοι).


Άξια αναφοράς είναι και μια δεύτερη μάχη που διεξήχθη στο ίδιο μέρος στις 3 Μαΐου του 1863, στο πλαίσιο της Εκστρατείας του Τσάνσελορσβιλ (27 Απριλίου - 6 Μαΐου 1863). Οι μάχες του Γουίλντερνες και του Δικαστικού Μεγάρου της Σποτσιλβάνια διεξήχθησαν εκεί κοντά τον Μάιο του 1864.

Τμήματα του πεδίου μάχης του Φρέντρικσμπεργκ μπορεί να επισκεφθεί κανείς σήμερα στο Εθνικό Στρατιωτικό Πάρκο του Φρέντρικσμπεργκ και της Σποτσιλβάνια


ΠΗΓΗ

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου